ABOUT

CONTACT

SUBSCRIBE

ArtNEWS

StopREVIEWS

ARTICLES

EXHIBITIONS

 Sunset in Athens (part three)

 μια έκθεση σε εξέλιξη (an exhibition in progress)

 Γιάννης Θεοδωρόπουλος, Λίνα Θεοδώρου, Caroline May, Μπέττυ Φωτίου, Δήμητρα Βάμιαλη

 Vamiali's gallery

 27 Οκτωβρίου 2016 – Ιούνιος 2017

 

 

 

source:

Vamiali's gallery

 

 

 

 

Η γκαλερί Vamiali’s παρουσιάζει την έκθεση Sunset in Athens (part three). Οι δύο πρώτες εκθέσεις με τίτλο "Sunset in Athens" ήταν αφιερωμένες στη ζωγραφική, στις νέες τάσεις και κατευθύνσεις. Με τον ίδιο τίτλο παρουσιάζεται τώρα το τρίτο μέρος, επιδιώκοντας μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση.

 

Υπάρχει μια νοσταλγία στον αινιγματικό τίτλο, ένας ρομαντισμός, αλλά και μια καλυμμένη μεταφορά, μια αλληγορία. Η δύση στην Αθήνα. Η Αθήνα της δύσης ή η Αθήνα της Δύσης (Ευρώπη); Ένα ηλιοβασίλεμα στην Αθήνα ή η Αθήνα, μια πόλη που δύει; Μια συμβολική εικόνα, ή η απενοχοποίηση της ρομαντικής εικόνας της πόλης ως τόπου απόλαυσης; Οι ερμηνείες παραμένουν ανοιχτές.

 

Η έκθεση "Sunset in Athens" εστιάζει και διερευνά καθολικά θέματα της ανθρώπινης κατάστασης όπως η αγάπη, η απώλεια, η μοναξιά, η αισιοδοξία, η δυσαρέσκεια, η επιβολή, η επιθυμία, η οικειότητα, η λαχτάρα ενώ επιθυμεί να μιλήσει για την ιδέα του μικρόκοσμου, ο οποίος εμπεριέχει ένα ολόκληρο σύμπαν. Μέσα από το μίκρο προσεγγίζει το μάκρο, την ανθρώπινη ψυχή και το ανεξάντλητο της ανθρώπινης συνθήκης, με στόχο να υπογραμμισθούν οι λεπτές πρακτικές που μέσα από προσωπικά, ιδιοσυγκρασιακά συστήματα αναβιώνουν μια δεδομένη δομή.

 

Η έκθεση θα αναπτυχθεί σταδιακά και τμηματικά μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Έργα περισσότερων καλλιτεχνών θα προστεθούν στον αρχικό πυρήνα, ώστε το πλαίσιο και το περιεχόμενο να εξελιχθούν οργανικά, να είναι ρευστά και σε συνεχή ροή, όπου το κάθε έργο μπορεί και να εισέρχεται ή να παρεμβαίνει στο άλλο. Μια έκθεση σε εξέλιξη, την εποχή της αστάθειας, της μετατόπισης και της μετάβασης, προσκαλώντας τον θεατή κάθε φορά σε μια εκ νέου “ανάγνωση”.

 

“Καθημερινά, στην Αθήνα και σε όλο τον κόσμο, βλέπουμε το ηλιοβασίλεμα. Ανατολή, δύση, ανατολή, δύση, η πορεία του ήλιου, σε έναν ατέλειωτο κύκλο, μια αδιάκοπη λούπα. Μια δεδομένη, καθολική αλήθεια. Στην Αθήνα τα τελευταία χρόνια όμως δείχνει λίγο διαφορετικό. Όχι ως φόρμα, όχι ως προς τα χρώματα, σηματοδοτεί διαφορετικές έννοιες, θα μπορούσε να είναι η "απόδραση" μας, ένα σημείο αναφοράς, μια αφετηρία ή εκείνη η εικόνα που επιθυμούμε να αποποιηθούμε ή να απαρνηθούμε. Τα απογεύματα στην Αθήνα είναι πιο θλιβερά. Εκτός και αν χαράξουμε μια στρατηγική, εντοπίσουμε μια εναλλακτική λύση, ένα εφεδρικό σχέδιο, ή δημιουργήσουμε μια κατάσταση που θα μπορούσε να κάνει το κόλπο να δουλέψει, ένα καλό λόγο για να παραμείνουμε όρθιοι, να συνεχίσουμε να πιστεύουμε ή απλά να συνεχίσουμε. Είναι αλήθεια πως είμαστε παγιδευμένοι σε ένα διανοητικό και ιδεολογικό αδιέξοδο, ένα πλαίσιο που έχει επιβληθεί. Ζούμε σε μια διαταραγμένη πραγματικότητα. Αν μιλήσουμε για τη δική μας εσωτερική και καθολική αλήθεια, τις βάσεις και τα επιχειρήματα, τις βαθύτερες ρίζες, τις σταθερές, (το back up plan), αυτό από το οποίο μπορεί να αντλήσουμε δύναμη, ίσως καταφέρουμε να ορίσουμε ένα νέο αξιακό πλαίσιο, να δούμε την πορεία του ήλιου γι' αυτό ακριβώς που είναι, ένα ηλιοβασίλεμα στην Αθήνα. Ίσως το δειλινό να παραμείνει δειλινό, χωρίς περαιτέρω υπαινιγμούς. Χωρίς να δίνουμε “οδηγίες”. Μπορούν όμως οι προβληματισμοί της σύγχρονης τέχνης να μιλήσουν για αυτά τα ζητήματα; Μπορεί η σύγχρονη τέχνη να καθρεφτίσει αυτές τις αλήθειες;”

 

Ο Γιάννης Θεοδωρόπουλος εστιάζει στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας και του οικείου περιβάλλοντος του με μια ποιητική ματιά. Σωροί ρούχων τοποθετημένοι τυχαία, οι σκιές του φωτός σε ένα τζάμι, οι πτυχώσεις στο βελούδο ενός καναπέ δεν είναι σκηνοθετημένες τοποθετήσεις. Παρατηρώντας τον κόσμο που τον περιβάλλει, απαθανατίζει τη λεπτομέρεια ξετυλίγοντας τη μεγάλη εικόνα του μικρόκοσμου που εμπεριέχει ένα ολόκληρο σύμπαν. Εντοπίζει με περίτεχνο βλέμμα, λεπτομέρειες και τυχαιότητες ήσσονος σημασίας που ίσως αγνοούμε ή προσπερνάμε και τις εξυψώνει σε σημεία αναφοράς, ανιχνεύοντας την ανθρώπινη συνθήκη σε μια προσπάθεια να “ακουστούν οι πιο σιγανές φωνές". Η εσωτερικότητα και ενδοσκόπηση δεν οδηγούν σε κλειστοφοβικά αποτελέσματα, ούτε εγκλωβίζουν τη ματιά. Αντιθέτως, ο κόσμος του Γιάννη Θεοδωρόπουλου είναι ανοιχτός, πυκνός, πολύπλευρος και πολυδιάστατος. Η επιθυμία του απελευθερώνεται στα μικρά μα ξεκάθαρα περιστατικά όπου η επανάληψη ή η στατικότητα επαναπροσδιορίζουν μια καθημερινότητα που βρίσκεται εκεί παρούσα σαν τον ήλιο που ανατέλλει και δύει καθημερινά.

 

Το έργο "Ενεχυροδανειστήριο" της Λίνας Θεοδώρου είναι ένα οικονομικό επιτραπέζιο παιχνίδι εμπνευσμένο από την σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Στο παιχνίδι όλοι οι παίκτες ξεκινούν έχοντας κάρτες με διάφορα περιουσιακά στοιχεία όπως ένα σπίτι, ένα αυτοκίνητο, κοσμήματα, ένα χωράφι κλπ. Καθώς κινούνται χρονικά στο επιτραπέζιο ταμπλό τραβούν κάρτες που τους θέτουν οικονομικά ζητήματα και τους αναγκάζουν να πουλήσουν τα περιουσιακά τους είδη στο ενεχυροδανειστήριο για να μπορέσουν να αποπληρώσουν τα χρέη. Σε πολλές κάρτες προτείνονται στους παίκτες παρανομίες σαν διλήμματα που μπορεί να δεχτούν ή να απορρίψουν με την προοπτική να κερδίσουν χρήματα αλλά με το ρίσκο να πληρώσουν πρόστιμα και να καταλήξουν στη φυλακή. Στο παιχνίδι η μόνη επιχείρηση είναι το ενεχυροδανειστήριο της γειτονιάς και όλες οι συναλλαγές γίνονται σε αυτό. Τα περιουσιακά στοιχεία που ο παίκτης χάνει εξαφανίζονται στη "μαύρη τρύπα" της παραοικονομίας ενώ το κράτος και οι τράπεζες είναι θεσμοί που έχουν χάσει την αξιοπιστία τους. "Τα περιεχόμενα των καρτών είναι όλα εμπνευσμένα από αληθινά γεγονότα που έχω καταγράψει τα τελευταία χρόνια από τον καθημερινό τύπο ή από ιστορίες ανθρώπων. Η γέννηση ενός παιχνιδιού σαν έργο ξεκινάει από την προσωπική ανάγκη μου να αποκαλύψω μια νοσηρή καθημερινότητα στην Ελλάδα που οδηγεί τους ανθρώπους σε βιοτική και ηθική πτώση”, αναφέρει η εικαστικός. Με τη χρήση των βασικών λειτουργιών των μηχανισμών ενός παιχνιδιού (ταύτιση, πρόκληση, διάδραση κλπ) μπορεί να επιτευχθεί μια κατάσταση ενσυναίσθησης στο θεατή σε σχέση με την ψυχολογική διάσταση και επίπτωση που έχει η οικονομική κρίση στις καθημερινές ζωές των ανθρώπων.

 

Η νέα σειρά έργων της Caroline May είναι μια προσέγγιση διερεύνησης της διττής φύσης της φωτογραφίας. Συνεχίζοντας την έρευνά της για τις δυνατότητες του μέσου, παρεμβαίνει σε σελίδες περιοδικών μόδας διαγράφοντας με ακρίβεια τα πρόσωπα των μοντέλων. Τοποθετώντας τις φωτογραφίες μόδας εκτός εννοιολογικού πλαισίου, η διαδικασία της ελεγχόμενης "διαγραφής" οδηγεί σε μια πολιτικοποιημένη, μετα-φεμινιστική ανάγνωση, που ευθυγραμμίζεται με την προηγούμενη δουλειά της Caroline May και σηματοδοτεί νέους ορισμούς της ταυτότητας. Στην ουσία, επιχειρεί, με συγκεκριμένες χειρονομίες, να ανασχηματίσει νέους τρόπους κατασκευής της εικόνας. Με τη χρήση της φωτογραφίας μόδας ως πηγή, προσπαθεί να διεισδύσει στην ποπ φωτογραφία με συλλογισμούς που σχετίζονται με τη μορφή, την αναπαράσταση και την αμφισημία του ίδιου του φωτογραφικού μέσου.

 

Tα μονόχρωμα πορτραίτα και τοπία της Μπέττυς Φωτίου είναι αέρινα και αιθέρια, σχεδόν απόκοσμα, σαν ένα απροσδιόριστο ίχνος επάνω στην επιφάνεια. Σε μια διαρκή αναζήτηση αφαίρεσης της γραφής και του χρώματος, αποτυπώνει και αποδίδει μόνο το ελάχιστο. Τα πορτραίτα και τα τοπία της Φωτίου είναι αποτελέσματα της φαντασίας, τα πρόσωπα που απεικονίζουν δεν ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, είναι ένας συνδυασμός ονείρου, μνήμης, οικειότητας και αναμνήσεων. Στο κάθε έργο της, μια κρυφή λεπτομέρεια συνυπάρχει με μια κρυφή πτυχή ώστε τα έργα να ισορροπούν μεταξύ μιας αποφασιστικής χειρονομίας και της επανάληψης της ή υπαινιγμοί και υπονοούμενα να συνυπάρχουν με αναπαραστάσεις. Τα αποσπάσματα των τοπίων της είναι “αιθέρια” και “άυλα” ενώ η απεικόνιση του πορτραίτου είναι συχνά “υπό κατασκευή”. Στον οπτικό κόσμο της Φωτίου το νόημα δεν έχει τόση σημασία, τα έργα της είναι σαν ένας περίπατος μέσα στη νύχτα που αφήνει όλες τις δυνατότητες προαιρετικά ανοικτές, ενώ το τελικό αποτέλεσμα είναι θαμπό και σχεδόν διάφανο.

 

Η Δήμητρα Βάμιαλη στην εγκατάσταση με τίτλο “Bob, David, legends and beings” πραγματεύεται τη σχέση της πληροφορίας με το φαντασιακό πεδίο όπου παράλληλες αφηγήσεις, αρχικά ασύνδετες μεταξύ τους, αναπτύσσονται σ´ένα περιβάλλον-σκηνικό. Φωτογραφικές εκτυπώσεις από την οθόνη του υπολογιστή (screenshots) με στιγμιότυπα που έχουν αναρτηθεί στο διαδίκτυο από απροσδόκητες και σαγηνευτικές συνεργασίες διάσημων δημιουργών του πρόσφατου παρελθόντος συνδιαλέγονται με μικρής κλίμακας γλυπτικές εγκαταστάσεις. Ένα περιβάλλον που εξερευνά τη σχέση μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας, γνώσης και τεκμηρίου όπου διαφορετικοί πραγματικοί ή πλασματικοί κόσμοι συναντιούνται ή αντικρούονται. Ενσωματώνοντας διαφορετικά στοιχεία σαν μηχανισμούς πλοκής ξεδιπλώνει την εξέλιξη της αφήγησης όπου θεότητες, όντα και απότοκα από τον κόσμο της φαντασίας με ναρκισσιστική διάθεση συνυπάρχουν με αληθινά γεγονότα σε μια πολύπλοκη στοίχιση χωρίς χρονική ακολουθία και γίνονται οι πρωταγωνιστές ενός προσωπικού σύμπαντος. Οι επιλεγμένες εικόνες δεν εμβαθύνουν και δεν διασταυρώνουν την πηγή της πληροφορίας, ακολουθούν τον κατακερματισμό της μνήμης και το έργο εξελίσσεται σαν πολλές ιστορίες μέσα στην ιστορία. Σε μια προσπάθεια αποτύπωσης του τρόπου που διαχειρίζεται ο νους την εικόνα και την πληροφορία, εκεί που η διαστρέβλωση και ο εξωραϊσμός που δίνει η χρονική απόσταση συνδέονται άρρηκτα με την έννοια της μνήμης, της χρήσης της, της διατήρησης και της ερμηνείας της.

 

Vamiali's gallery presents the exhibition Sunset in Athens (part three). The first two exhibitions titled "Sunset in Athens" were an homage to painting, the new trends and directions. Keeping the same title now for the third part, the exhibition is seeking a different approach.

 

There is a nostalgia in the enigmatic title, a romanticism, but also a covered metaphor, an allegory. In Greek language the word dusk is the same with the word "West". So if we play on words we could say that is this a sunset in Athens or is Athens a city of the West (Europe); A dusk in Athens or Athens, a city that goes down? A symbolic image or the exculpation of the romantic image of the city as a place of enjoyment? The interpretations remain open.

 

The exhibition "Sunset in Athens" focuses and explores the universal themes of the human condition as love, loss,

loneliness, optimism, discontent, imposition, desire, intimacy, longing and embraces the idea of microcosm, which

contains an entire universe. Through micro, approaches the macro, the human soul and inexhaustible of the human

condition, in order to highlight the subtle practices which through personal, idiosyncratic systems revive a given structure.

 

The exhibition will be developed gradually and in stages within a period of time. More works from different artists will be added to the initial core, so that the context and content will grow organically, be fluid and in constant flux, where each work might enter or intervene in another. An exhibition in progress, at the time of instability, displacement and transformation, inviting the viewer every time to a fresh "re-reading".

 

"Every day in Athens and all over the world, we see the sunset. East, west, east, west, the sun's path, in an endless cycle, a continuous loop. A given, universal truth. Although, during the last years, the sunset in Athens is a little different. Not as a form, not its colors, but signifies different meanings. It could be our "escape", a reference point or a starting point or that image we wish to evade or deny. Afternoons in Athens are more sad. Unless you draw a strategy, identify an alternative, have a backup plan or create a situation that could do the trick to work, a good reason to remain up standing, to continue to believe or just to continue. It is true that we are trapped in a mental and ideological noway out, in a context that has been imposed. We live in a disordered reality. But if we will talk about our own internal universal truth, our basis and arguments, our deeper roots, this back up plan, one from which we can draw strength, we might be able to define a new value framework and see the sun’s path for just what it is, a sunset in Athens. Perhaps the dusk will remain dusk without further hints. We will not give "instructions". But can contemporary art speak about these issues? Can contemporary art mirror these truths?

 

Yiannis Theodoropoulos in his photographs focuses on the details of everyday life and his close environment with a poetic look. Piles of clothes arranged randomly, the shadows that cast the light in a window, the folds in a velvet sofa, are not staged. Observing the world around him, he is capturing the details that unravel the big picture of his microcosm that contains an entire universe. He observes with a sophisticated gaze details and minor “randomnesses” that might be ignored or passed by and elevates them as points of reference, in an attempt to detect the human condition. This inwardness and introspection do not lead to claustrophobic results or a trapped look. Instead, Yiannis Theodoropoulos' world is open, dense, complex and multidimensional. His desire frees itself in the small but obvious incidents where the repetition or the static nature of the things redefine a routine that is there, always present, like the sun that rises and sets every day.

 

Lina Theodorou’s The Pawnshop, is a financial board game, inspired by contemporary everyday reality in Greece. When the game starts, each player has a pack of cards that correspond to his belongings, among which are an apartment, a car, a piece of land, jewellery etc. As the players throw the dice and keep moving on the board, they draw cards that demand of them to make decisions regarding their financial status and their estate. This means that as time passes they are obliged to sell their belongings at the pawnshop in order to pay off all sorts of debts. Many of the cards function as suggestions to the players to committ illegal acts which will either bring them profit or land them in jail. When a player draws one of these cards, he or she must decide to take or not to take the corresponding risk. The only business that exists is the neighbourhood pawnshop where all transactions take place. The players’ belongings sold at the pawnshop effectively disappear down the “black hole” of the underground economy. All the while, the state and banks count among the institutions which have lost all credibility. All situations described in the cards are based on facts. The stories are versions of reports that have appeared in the press and stories the artist has personally came across since 2010. The creation of a board game as an artwork stems from her own inner need to take an ironic stand and illuminate what has become a sick everyday reality in Greece; a reality that drives people to their biological and moral fall. By employing the basic functions and mechanisms of a game (identification, provocation, interaction etc) one may bring about a state where the viewer experiences empathy towards the actual persons whose everyday reality bears all the marks of their suffering the biological and psychological implications of the financial crisis.

 

Caroline May’s new work is an insidious take on the duplicitous nature of photography. She continues her research on the possibilities of the medium. Taking found fashion photographs out of context, she scribbles or erases the faces of the posing models. This “erasure” process allows for a politicised, post-feminist reading aligned with her previous work, and signifies a break from imposed definitions of identity. Most importantly, she attempts to reconfigure new ways of image making. By using fashion photography as a source, she tries to permeate popular photography with musings on form, representation and the ambiguity of the image.

 

The small-scale monochromatic portraits and landscapes by Betty Fotiou are airy and ethereal, almost dreamy, like a blurry trace onto the canvas. Her portraits are imaginary, the depicted persons are not real, are a combination of imagination, memory, familiar faces and well-known figures from history. In a constant search for erasing the writing of the paint, she captures and performs only the minimum. In each work, there is a hidden detail, a hidden aspect in order to balance between a decisive gesture and a recurrence of multiple levels of execution on the surface. Her paintings are associative, characterised by contrasts and unexpected references. Innuendos and subtle gestures coexist with representations while they make equal use of different influences from contemporary art language. The representation of the portrait is often either "under construction" or already in decline. In the visual world of Fotiou, meaning does not really matter, leaving all possibilities optionally open, while the final result is dull and almost transparent.

 

Dimitra Vamiali’s installation titled "Bob, David, legends and beings" unfolds the relationship between the collection of the information with imagination, where parallel narratives, originally unrelated, developed in an environment-setting, as many stories within a story. Printed computer screenshots with snapshots, found on the internet, with unexpected and seductive collaborations by famous artists and performers of the recent past juxtapose with small-scale sculptural installations. In an attempt to approach or fantasise the outcome of the “ideal collaboration”, distorted and embellished details give the temporal distance that inextricably linked with the concept of memory, its use, conservation and interpretation. By incorporating different elements as plot devices, she creates a dreamlike environment that explores the relationship between fiction and reality, knowledge and fact where different real or fictitious worlds meet or contradict. It is a personal universe with imaginary gods and beings with narcissistic mood as protagonists that coexist with real life "episodes" in a complicated alignment without time sequence.